Μια ομάδα που άξιζε να βρίσκεται μαζί στο ΣΕΦ

Το άθλημα με την «σπυριάρα» μας έχει μεγαλώσει και θα συνεχίσει να μας μεγαλώνει. Διαθέτει μια άγρια ομορφιά και μέσα σε μια στιγμή μπορεί να γεννήσει συναισθήματα.

Ως υποστηρικτής της ομάδας του Ολυμπιακού, παρακολουθώ αρκετά χρόνια τα αθλήματα του συλλόγου. Ένα απ' αυτά που με έχουν απασχολήσει, αλλά και έχω υποστηρίξει αρκετά είναι το τμήμα του μπάσκετ. Έχουμε ζήσει ανεπανάληπτες στιγμές, «πέτρινα» χρόνια αφού τους τίτλους τους κατακτούσε ο «αιώνιος», το παράπονο και ένα μεγάλο «γιατί και φέτος» απασχολούσαν για χρόνια τους φιλάθλους των πειραιωτών. 

Από το «λιμάνι» πέρασαν αρκετοί παίχτες, ορισμένοι βέβαια πέρασαν και ...δεν ακούμπησαν, όμως κάποιοι δέθηκαν με το σύλλογο, προσέφεραν πολλά. Ορισμένοι γεύτηκαν το νέκταρ της επιτυχίας, όμως κάποιοι λόγω κάποιων καταστάσεων, δεν κατάφεραν να γευτούν την επιτυχία με την «ερυθρόλευκη» και να σηκώσουν τίτλους και κύπελλα. 

Μου έχει δοθεί η ευκαιρία κατά καιρούς να δω-θαυμάσω αρκετούς παίχτες, είτε ερχόμενοι από τον μαγικό κόσμο του NBA, είτε με θαυμάσια καριέρα στην Ευρώπη. Αυτοί έκαναν το μεγάλο βήμα να ενταχθούν στην «οικογένεια» του Θρύλου. Σκέφτομαι αν ορισμένοι εξ αυτών, αγωνίζονταν μαζί, τί θα μπορούσαν να έχουν πετύχει. Μην πάμε πολύ πίσω, αλλά να ορίσουμε ως χρονικό πλαίσιο την τελευταία δεκαετία 2006-2016. 

Ποιος δεν θα ήθελε να δεί στην ομάδα τον τρομερό Λιν Γκρίρ. Τον τρελό αμερικανό με το «καυτό» σουτ, έξω απ' τα 6.25 (τότε τόσες ήταν οι διαστάσεις του τριπόντου). Γεννημένος στις 23 Οκτωβρίου του 1979. Μπορεί να έμεινε λίγο (ήρθε τη σεζόν 07-08 και αποχώρησε τη σεζόν 09-10 για τη Φενέρμπαχτσε) αλλά αγαπήθηκε αρκετά και δέθηκε με την ομάδα. Μαζί με τον Μάντζαρη που αγωνίζεται στον «ασσο» νομίζω θα συνέθεταν ένα καλό δίδυμο, με τις αμυντικές αρετές του Μάντζαρη, και τις επιθετικές λύσεις του Γκριρ. 

 

 

Στη θέση «2» έχουμε τον φοβερό και τρομερό Βασίλη Σπανούλη, ο οποίος άλλαξε την ιστορία της ομάδας. Θα ήθελα να δω έναν παίχτη, που ήρθε στο σύλλογο, αλλά στάθηκε άτυχος αφού τραυματίστηκε σοβαρά στον αχίλλειο τένοντα κατά τη διάρκεια φιλικού προετοιμασίας και έκτοτε δεν προσέφερε αυτά που άπαντες περίμεναν από αυτόν. Το όνομα αυτού, Άρβυντας Ματσιγιάουσκας. Ο λιθουανός «μπόμπερ», γεννημένος το 1980, με ύψος 1,93 και με διακρίσεις αρκετές. Κορυφαία πεντάδα Ευρωλίγκας (2005), καλύτερος παίχτης του 2003 (κατά το EuroBasket.com), Πρωταθλητής Λιθουανίας 2000,2002 και MVP του πρωταθλήματος το '02 και το '03. Μην ξεχνάμε την προσφορά του στην Εθνική Λιθουανίας, αφού κατέκτησε το Ευρωπαϊκό του 2003, όντας και ο πρώτος σκόρερ της ομάδας. Ποιος δεν θα ήθελε να θαυμάσει τον καλύτερο έλληνα παίχτη στην Ευρώπη, μαζί με έναν εκ των κορυφαίων λιθουανών παιχτών; Όσοι θυμάστε τα σουτ του «Μάτσας» θα καταλάβετε. Clutch παίχτες και οι δύο, απλά ο Σπανούλης πρόλαβε να το αποδείξει. 

 

 

 

Για τη θέση «3» ένα όνομα μου έρχεται στο μυαλό, και είναι και αυτό ενός αμερικανού. Κιντέλ Γούντς λέγεται. Τρομερή εκρηκτικότητα, με εικόνες από NBA, και αξιόπιστο σουτάκι τριών πόντων. Θα μπορούσε να μπει και ο «πολυδάπανος» Τζός Τσίλντρες, αλλά με τα χρήματα που λάμβανε, πρόσφερε πολύ λιγότερα, σύμφωνα με τις περγαμηνές που είχε πριν κάνει το μεγάλο βήμα για την Ευρώπη. Ο Γούντς είχε ένα μεγάλο αρνητικό που «τον έφαγε» στο πέρασμα του απ' τους πειραιώτες. Δεν ήταν άλλο από τον έκρυθμο χαρακτήρα του και τις καταχρήσεις που ήταν η αιτία να αποχωρήσει από το «λιμάνι». Βέβαια, οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού τον αγάπησαν λόγω των εμφανίσεών του. Γεννημένος στις 16 Φεβρουαρίου του 1981 με τετραετή θητεία στο NBA (σε Πόρτλαντ, Μαϊάμι, Σέλτικς και Νίκς). Οι περισσότεροι θα θυμηθούν το επεισόδιό του με τον Τομάσεβιτς στο ΟΑΚΑ, όταν σηκώθηκε και τον γρονθοκόπησε. Βέβαια, σε εκείνους τους τελικούς της χρονιάς αυτής, «πιάστηκε» για χρήση χασίς. Όμως, το μπάσκετ που ήξερε και η δουλειά που έκανε, θα μπορούσε να βοηθήσει, όντας συμπαίχτης με τα σημερινά «τριάρια» Παπανικολάου, Παπαπέτρου, Λοτζέσκι. 

 

 

 

Στη θέση «4» έχουμε τον «Άγιο» Γεώργιο Πρίντεζη, υπαρχηγός του Ολυμπιακού, μεγαλωμένος-ανδρωμένος στην ομάδα, αφού παίζει από 15 χρονών. Δύο παίχτες μου έρχονται στο μυαλό. Ο ένας λέγεται Λίνας Κλέιζα, ο άλλος Πέρο Άντιτς. Και οι δύο είναι αρκετά αγαπητοί στις τάξεις των φιλάθλων του Ολυμπιακού. Ο Πέρο μπορεί να είναι αρκετά καλός στη ρακέτα, έχοντας και ένα αξιόπιστο σουτ, αλλά στην άμυνα μπορείς να τον πεις και «τροχονόμο». Άρα, θα επιλέγαμε τον Κλέιζα. Με αρκετά χρόνια στο NBA, καλά νούμερα (11.1π) και καλύτερη εμφάνισή του ο αγώνας με τη Γιούτα Τζαζ που πέτυχε 41 πόντους. 

 

 

 

 

Τέλος, για τη θέση «5», που αρκετοί από μας τους μπασκετικούς ταυτίζονται και θέλουν μια «ψυχάρα» να βρίσκεται ως βαρύ κορμί, σκέφτομαι την «πιο βαριά ψυχή» που πέρασε την τελευταία δεκαετία από την ομάδα. Αυτός δεν είναι άλλος από τον Κάιλ Χάινς. Κάθε φορά που έρχεται στη χώρα μας με τη φανέλα της ΤΣΣΚΑ, χειροκροτείται και απαιτείται η επιστροφή του. Ένας «σούπερμαν» τσέπης ο αμερικανός σέντερ, με ύψος μόλις 1,98. Για σέντερ άλλοι θα γελούσαν, αλλά έως σήμερα γελάει αυτός μαζί τους, αφού «τους κάνει πλάκα». Θαυμαστός για το δυναμισμό του, για τα περίφημα coast to coast του, για την ψυχή που έβγαζε στο παρκέ, κέρδιζε πάντοτε το χειροκρότημα. Βέβαια, για να είμαστε αντικειμενικοί και ο Μπουρούσης θα μπορούσε να βρίσκεται επαξίως σε αυτή τη θέση, αλλά «πληρώνει» την επιλογή του να πάει στον «αιώνιο» αντίπαλο. Και ο Μπουρούσης στάθηκε επαγγελματίας όσο αγωνίστηκε με την «ερυθρόλευκη». Τουλάχιστον, ο Κάιλ με λίγη τύχη, μπορεί να τον θαυμάσουμε ξανά με την ερυθρόλευκη φανέλα. Το σίγουρο είναι πως υπάρχει αλληλοεκτίμηση του παίχτη και των ιθυνόντων του συλλόγου, κάτι που δεν υπάρχει με τον Καρδιτσιώτη σέντερ.